12ο Συνέδριο του PKK, το οποίο υιοθέτησε το τέλος του ένοπλου αγώνα, 7 Μαΐου 2025
Τουρκία: Από το κουρδικό κίνημα στις μαζικές κινητοποιήσεις
ΠΗΓΗ: https://internationalviewpoint.org
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: https://www.elaliberta.gr
Ο Ουράζ Αϊντίν είναι ένας από τους εκατοντάδες «ακαδημαϊκούς της ειρήνης» που απολύθηκαν επειδή υπέγραψαν μια έκκληση το 2016 ενάντια στην κρατική βία κατά του κουρδικού λαού. Του απαγορεύτηκε να επιστρέψει στην πανεπιστημιακή του εργασία, και τώρα εργάζεται ως ανεξάρτητος μεταφραστής και δημοσιογράφος. Ο Ουράζ Αϊντίν είναι μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Εργατικού Κόμματος της Τουρκίας και του Εκτελεστικού Γραφείου της Τέταρτης Διεθνούς
Με αφορμή τη συμφωνία για τη διάλυση του PKK, ο Ουράζ Αϊντίν παρουσιάζει την ιστορία αυτού του κινήματος και την εξέλιξη των διαμαρτυριών κατά του καθεστώτος Ερντογάν.
Όταν ιδρύθηκε το PKK, ποιοι ήταν οι κύριοι προσανατολισμοί του; Τι το διαφοροποίησε από άλλες αριστερές ή εθνικιστικές πολιτικές ομάδες;
Η ίδρυση του PKK πρέπει να εξεταστεί σε ένα πλαίσιο πολιτικοποίησης και ριζοσπαστικοποίησης. Η δεκαετία του 1960 σηματοδοτήθηκε από την ανάπτυξη του εργατικού κινήματος και την επαναστατική ριζοσπαστικοποίηση, ιδίως μεταξύ των νέων. Αλλά ήταν επίσης μια δεκαετία αφύπνισης της κουρδικής εθνικής συνείδησης. Αυτή η κουρδική εθνική πολιτικοποίηση επιτεύχθηκε σε μεγάλο βαθμό στο πλαίσιο του Εργατικού Κόμματος της Τουρκίας (TIP), που ήταν ο κύριος πολιτικός παράγοντας στο εργατικό κίνημα της δεκαετίας. Προς το τέλος της δεκαετίας του 1960, αλλά κυρίως μετά την αμνηστία του 1974, όταν αποφυλακίστηκαν χιλιάδες Τούρκοι και Κούρδοι ακτιβιστές που είχαν συλληφθεί μετά την στρατιωτική επέμβαση του 1971, οι Κούρδοι επαναστάτες άρχισαν να ιδρύουν τις δικές τους ανεξάρτητες οργανώσεις [1].
Το PKK ιδρύθηκε μετά από αυτά τα γεγονότα, αλλά σχετικά αργά. Αν και η επίσημη ιστορία της οργάνωσης χρονολογεί την ίδρυσή της στο 1973, το ιδρυτικό συνέδριο πραγματοποιήθηκε μόνο το 1978. Πριν από αυτό, ήταν μια ομάδα φοιτητών και κυρίως εκπαιδευτικών που συγκεντρώνονταν γύρω από τον Αμπντουλάχ Οτσαλάν. Αποκαλούσαν τους εαυτούς τους «Επαναστάτες του Κουρδιστάν», αλλά ήταν πιο γνωστοί ως « Apocu » (« υποστηρικτές του Apo» - συντομογραφία του Αμπντουλάχ). Έτσι, από την αρχή, η προσωπικότητα του Οτσαλάν είχε κεντρική επιρροή.
Σε προγραμματικό επίπεδο, τίποτα συγκεκριμένο δεν το διαφοροποιούσε από τις πολυάριθμες άλλες κουρδικές ριζοσπαστικές αριστερές οργανώσεις που υποστήριζαν τον ένοπλο αγώνα για ένα «ανεξάρτητο, ενωμένο, δημοκρατικό και σοσιαλιστικό Κουρδιστάν» σε μια προοπτική σταδίων [2]. Εν τω μεταξύ, όμως, τα όπλα χρησιμοποιούνταν κυρίως για την άμυνα ενάντια στις επιθέσεις των φασιστικών ακροδεξιών «Γκρίζων Λύκων» ή στον αδελφοκτόνο πόλεμο που μαίνονταν εντός της επαναστατικής αριστεράς. Το PKK ήταν μία από τις δύο κύριες ομάδες που δεν δίστασαν να χρησιμοποιήσουν όπλα εναντίον άλλων αντίπαλων κουρδικών (και τουρκικών) ομάδων, αλλά δεν ήταν η μόνη. Έτσι, πριν από το πραξικόπημα του 1980 [3], το PKK ήταν μία κουρδική επαναστατική οργάνωση μεταξύ άλλων.
Τι δικαιολόγησε την έναρξη μιας στρατηγικής ένοπλου αγώνα εναντίον του τουρκικού κράτους το 1984;
Στην πραγματικότητα, ήταν κυρίως μετά το 1984 που το PKK άρχισε να ριζώνει μεταξύ του κουρδικού πληβειακού και αγροτικού πληθυσμού. Ας κάνουμε ένα μικρό βήμα πίσω. Ο Οτσαλάν έφυγε από την Τουρκία το 1979, κατά τη διάρκεια της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, αλλά πριν από το πραξικόπημα. Αυτό ήταν ένα αποφασιστικό στοιχείο για την οικοδόμηση της οργάνωσης. Έτσι, είχε χρόνο να δημιουργήσει επαφές με παλαιστινιακές ομάδες αντίστασης στη Συρία και το Λίβανο, να προετοιμάσει τις συνθήκες εξορίας για τους μαχητές του, συνθήκες που θα ήταν και αυτές μιας πραγματικής στρατιωτικής μαθητείας. Μετά το πραξικόπημα του 1980, ο Apo κάλεσε τους μαχητές του να εγκατασταθούν κρυφά στη Συρία. Εκπαιδεύτηκαν στα ίδια στρατόπεδα με τους Παλαιστινίους στην κοιλάδα της Μπεκάα στο Λίβανο, υπό συριακή κατοχή. Μερικοί από αυτούς συμμετείχαν στην αντίσταση κατά της ισραηλινής εισβολής στο Λίβανο. Το PKK έχασε αρκετές δεκάδες μέλη, γεγονός που του έδωσε μια ορισμένη νομιμότητα.
Το PKK ξεκίνησε τον ένοπλο αγώνα τον Αύγουστο του 1984... επειδή ο Οτσαλάν θεωρούσε ότι ο στρατός του ήταν πλέον έτοιμος. Το ζήτημα του στρατιωτικού αγώνα ως μέσου για την απελευθέρωση του Κουρδιστάν είχε αιτιολογηθεί, όχι από τις συγκυριακές συνθήκες ή συσχετισμού δυνάμεων, αλλά σε προγραμματικό επίπεδο, από το 1978.
Η επίθεση εναντίον του τουρκικού κράτους είχε προγραμματιστεί ήδη από το 1982, αλλά αναβλήθηκε αρκετές φορές. Επιπλέον, ο Οτσαλάν δραστηριοποιούνταν στη Μέση Ανατολή, όπου οι συμμαχίες και οι αντιπαλότητες μεταξύ διαφόρων κρατών και κουρδικών εθνικών κινημάτων (από το Ιράκ και το Ιράν) αποτελούσαν ένα εξαιρετικά ασταθές τοπίο. Αυτό το ασταθές πλαίσιο επηρέασε επίσης τις συνθήκες του αγώνα. Η συμμαχία που σχημάτισε με την ομάδα του Μπαρζανί, που κυριαρχούσε στο βόρειο Ιράκ, ένα κίνημα που προηγουμένως θεωρούσε φεουδαρχικό και αντιδραστικό, ήταν, για παράδειγμα, αποφασιστική για την δημιουργία των στρατοπέδων του στα βουνά στα σύνορα με την Τουρκία και, συνεπώς, για την έναρξη του ανταρτοπολέμου του. Έτσι, ενώ όλες οι άλλες κουρδικές και τουρκικές ομάδες προσπαθούσαν να διατηρήσουν τις δυνάμεις τους στην εξορία, στη Συρία αλλά κυρίως στην Ευρώπη, το PKK ήταν το μόνο που συμμετείχε σε έναν πραγματικό ένοπλο αγώνα. Η νομιμότητα που απέκτησε μέσω των επιθέσεών του, του επέτρεψε να στρατολογεί όλο και περισσότερους, παρά τις σημαντικές απώλειες μαχητών που υπέστη στο πεδίο της μάχης.
40 χρόνια αργότερα, δεν φαίνεται η ανακοίνωση της διάλυσης να αποτελεί αποτυχία, σε στρατιωτικό και πολιτικό επίπεδο;
Νομίζω ότι οι στρατιωτικοί στόχοι ήταν ήδη ανύπαρκτοι για αρκετές δεκαετίες. Αν για τον Οτσαλάν της εποχής της ίδρυσης του κόμματος και της δεκαετίας του 1980, οποιοσδήποτε στόχος εκτός από την ανεξαρτησία (διάφορες μορφές αυτονομίας, ομοσπονδιακές οντότητες κ.λπ.) ήταν αντιδραστικός, ο ηγέτης του PKK είχε αρχίσει να αναθεωρεί τις ιδέες του από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, ιδιαίτερα μετά την πτώση των γραφειοκρατικών δικτατοριών. Όπως γνωρίζουμε, τελικά θα έφτανε στο σημείο να επικρίνει τη μορφή του έθνους-κράτους.
O Οτσαλάν είχε ήδη επιχειρήσει διαπραγματεύσεις το 1993. Μετά τη σύλληψή του το 1999, άρχισε να υποστηρίζει μια εντελώς νέα κατεύθυνση, προς μεγάλη έκπληξη των ηγετών και των ακτιβιστών του PKK που ετοιμάζονταν να κλιμακώσουν τον πόλεμο και τις επιθέσεις αυτοκτονίας. Αυτή η νέα κατεύθυνση αποσκοπούσε στον τερματισμό του ένοπλου αγώνα υπέρ μιας μόνιμης εκεχειρίας, ώστε να ανοίξει ο δρόμος για μια πολιτική λύση. Έτσι, εγκαταλείπει αναμφισβήτητα τον στρατηγικό στόχο ενός ανεξάρτητου Κουρδιστάν. Ακολούθησαν δύο ακόμη διαπραγματευτικές διαδικασίες το 2007-2009 και το 2013-2015, οι οποίες δυστυχώς απέτυχαν. Ωστόσο, η δημιουργία της αυτόνομης ζώνης της Ροζάβα στη βορειοανατολική Συρία πρέπει επίσης να ερμηνευθεί μέσα σε αυτό το στρατιωτικό και πολιτικό πλαίσιο. Η ύπαρξη μιας διοικητικής δομής συνδεδεμένης με το PKK στα τουρκικά σύνορα αποτελεί σημαντικό επίτευγμα για την οργάνωση, έναντι του τουρκικού κράτους και έναντι του ιστορικού ανταγωνιστή του στο βόρειο Ιράκ, της φατρίας Μπαρζανί και του Δημοκρατικού Κόμματος του Κουρδιστάν.
Και όσον αφορά τα πολιτικά επιτεύγματα, πού βρισκόμαστε σήμερα στις νέες συνομιλίες;
Πρέπει να διευκρινιστεί ότι το κουρδικό κίνημα δεν είναι μόνο ένα ένοπλο κίνημα. Το PKK κατάφερε να δημιουργήσει ένα μαζικό κίνημα αρκετών εκατομμυρίων ανθρώπων, με διάφορες πολιτικές δομές που μερικές φορές αναπτύχθηκαν με αυτόνομη δυναμική, παρά τον αυταρχισμό της οργάνωσης. Σήμερα, η πολιτικοδημοκρατική βάση φαίνεται να είναι πολύ πιο σημαντική και αποτελεσματική στον αγώνα της από την ένοπλη δομή όσον αφορά τους στόχους που πρέπει να επιτευχθούν για τον κουρδικό λαό. Έτσι, ενώ υπάρχουν σίγουρα εξαιρετικά αμφισβητήσιμα στοιχεία, όπως ο αυταρχισμός της, ο υπερβολικός φετιχισμός του ηγέτη, οι αυθαίρετες μαζικές εκτελέσεις (ειδικά στα τέλη της δεκαετίας του '80 και στις αρχές της δεκαετίας του '90), οι δεκάδες αδιάκριτες επιθέσεις... πρέπει να αναγνωριστεί ότι αυτό το κίνημα, με την πάροδο του χρόνου, έχει συμβάλει πολύ έντονα στην εδραίωση της εθνικής συνείδησης του κουρδικού λαού και το έχει σε μεγάλο βαθμό ριζώσει στην αριστερά, με φεμινιστικές, ισότιμες αξίες και αδελφοσύνη μεταξύ των λαών. Από ιστορική άποψη, αυτό είναι ένα σημαντικό πλεονέκτημα.
Στο επίπεδο των διαπραγματεύσεων, όλα ξεκίνησαν με την απροσδόκητη έκκληση του ακροδεξιού ηγέτη και κύριου συμμάχου του Ερντογάν, Ντεβλέτ Μπαχτσέλι, στις 22 Οκτωβρίου 2024, προς τον Αμπντουλάχ Οτσαλάν να έρθει και να μιλήσει στο κοινοβούλιο για να κηρύξει το τέλος του ένοπλου αγώνα και τη διάλυση του PKK. Μετά από μια περίοδο πολύ αδιαφανών διαπραγματεύσεων μεταξύ του τουρκικού κράτους και του Οτσαλάν, με τη συμμετοχή μιας αντιπροσωπείας του Κόμματος DEM (ένα αριστερό ρεφορμιστικό κόμμα του κουρδικού κινήματος) και της ηγεσίας του PKK, ο ιδρυτής της οργάνωσης, από τη φυλακή του στο νησί Ιμράλι, στη Θάλασσα του Μαρμαρά, ανακοίνωσε σε επιστολή του στις 27 Φεβρουαρίου 2025 ότι το PKK θα διαλυόταν.
Δεν γνωρίζουμε ποιες ήταν οι συζητήσεις εντός της οργάνωσης. Ήδη υπήρχαν εντάσεις μεταξύ του Apo και του Προεδρικού Συμβουλίου της οργάνωσης σε προηγούμενες διαπραγματεύσεις. Ως εκ τούτου, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι η ηγεσία του PKK θα συμφωνούσε γρήγορα σε μια διαδικασία που ανακοινώθηκε τόσο απότομα. Η ηγεσία της οργάνωσης τονίζει έντονα ότι ολόκληρη η διαδικασία πρέπει να καθοδηγείται από τον Οτσαλάν, κάτι που μπορεί να εκληφθεί ως επιθυμία να μην αναλάβει άμεση ευθύνη για αυτήν.
Ο αφοπλισμός του PKK αποτελεί σίγουρα μια σημαντική βάση για την αποστρατιωτικοποίηση του κουρδικού ζητήματος, παρόλο που το καθεστώς Ερντογάν θα προσπαθήσει αναμφίβολα να κατευθύνει αυτή τη διαδικασία σύμφωνα με τα συμφέροντά του και, ιδίως, να σπάσει τη συμμαχία μεταξύ του κουρδικού κινήματος και της αστικής δημοκρατικής αντιπολίτευσης υπό την ηγεσία του CHP [4], που έχει ποινικοποιηθεί από το καθεστώς. Ωστόσο, δεν γνωρίζουμε ακόμη ποια δημοκρατικά οφέλη θα αποκομίσουν οι Κούρδοι από τη διάλυση του PKK. Πιθανότατα θα συσταθεί κοινοβουλευτική επιτροπή για να καθορίσει τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν. Αυτά θα πρέπει να περιλαμβάνουν, σε πρώτο στάδιο, την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων (που συνδέονται με το κουρδικό κίνημα), την άρση της κηδεμονίας (kayyum) των κουρδικών δήμων και την επιστροφή των δημάρχων στα καθήκοντά τους, την επαναφορά των «ακαδημαϊκών της ειρήνης» [5] στις θέσεις τους και τη δυνατότητα για τον Οτσαλάν να ηγείται ελεύθερα του κινήματός του, να επικοινωνεί με τον έξω κόσμο, να δέχεται επισκέψεις κ.λπ. Σύμφωνα με το κουρδικό κίνημα, θα πρέπει να ακολουθήσουν και άλλες, πιο διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, που αφορούν το καθεστώς της εθνικής τους ταυτότητας και του πολιτισμού τους στο πλαίσιο της τουρκικής κοινωνίας, κάτι που θα απαιτούσε ένα νέο Σύνταγμα. Ο Ερντογάν σχεδιάζει να αλλάξει το Σύνταγμα, προκειμένου να μπορέσει να θέσει υποψηφιότητα στις επόμενες εκλογές. Θα είναι ένα Σύνταγμα που θα εγγυάται τα δικαιώματα των Κούρδων, ενώ θα εδραιώνει τον αυταρχικό χαρακτήρα του καθεστώτος; Το ερώτημα είναι αμφιλεγόμενο, αλλά δεν έχουμε φτάσει ακόμα σε αυτό το σημείο.
Ένα άλλο ζήτημα είναι η σειρά με την οποία θα ληφθούν τα μέτρα. Θα περιμένει το κράτος μέχρι να ολοκληρωθεί η πλήρης παράδοση των όπλων πριν εφαρμόσει τις υποτιθέμενες δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις, ή θα αλληλεπικαλύπτονται οι δύο διαδικασίες; Φαίνεται ότι ο Ερντογάν κάνει την πρώτη επιλογή – η οποία είναι δύσκολο να γίνει αποδεκτή από το PKK – ενώ ο Μπαχτσέλι φαίνεται πιο ρεαλιστικός σε αυτό το σημείο.
Ποιες πολιτικές εξελίξεις έχει βιώσει η Τουρκία από το κίνημα κατά της φυλάκισης του δημάρχου της Κωνσταντινούπολης Ιμάμογλου;
Μετά τις 19 Μαρτίου, γίναμε μάρτυρες μιας κοινωνικής κινητοποίησης που δεν είχαμε δει εδώ και πολύ καιρό. Εκατομμύρια πολίτες βγήκαν στους δρόμους για να υπερασπιστούν τους εκλεγμένους δημάρχους, το δικαίωμα ψήφου, τη δημοκρατία και την ελευθερία. Αν και το κίνημα ήταν εξαιρετικά ετερογενές, παρατηρήθηκε μια αξιοσημείωτη ριζοσπαστικοποίηση, ιδίως μεταξύ των φοιτητών και των μαθητών λυκείου. Όπως συμβαίνει συχνά μετά από αυθόρμητες εκρήξεις, η δυναμική του κινήματος εξασθένησε μετά από λίγο. Ωστόσο, η δυναμική διατηρήθηκε για κάποιο διάστημα χάρη στις καμπάνιες για μποϊκοτάζ εναντίον ορισμένων καπιταλιστικών ομάδων που υποστήριζαν το AKP. Αλλά ελλείψει βιώσιμων βάσεων κοινωνικού αγώνα, πλατφορμών και συντονισμού ικανών να παρατείνουν την αντίσταση – εκτός από περιστασιακές εκκλήσεις για συγκεντρώσεις που ξεκίνησε το CHP – μπορεί να ειπωθεί ότι σήμερα το κίνημα έχει χάσει τη δυναμική του στους δρόμους, παρόλο που η αγανάκτηση παραμένει πολύ έντονη.
Ωστόσο, το καθεστώς συνεχίζει την καταστολή εναντίον του CHP, με διαδοχικές συλλήψεις σε διάφορους δήμους της Κωνσταντινούπολης. Έντεκα δήμαρχοι βρίσκονται επί του παρόντος υπό κράτηση εν αναμονή της δίκης τους. Μια τελική « καταπολέμηση της διαφθοράς» έχει ξεκινήσει εναντίον του πρώην δημάρχου του CHP της Σμύρνης και του επιτελείου του (συνολικά 160 άτομα υπό κράτηση). Σήμερα είναι η εκατοστή ημέρα από τη σύλληψη του Ιμάμογλου και η κατηγορία δεν είναι ακόμη έτοιμη. Αυτό δείχνει σαφώς το βαθμό στον οποίο το καθεστώς Ερντογάν ενεργεί με εντελώς αυθαίρετο τρόπο. Επιπλέον, υπάρχει και μια νομική προσπάθεια να διασπαστεί το CHP. Έχει ξεκινήσει δίκη για φερόμενες παρατυπίες στο συνέδριο του CHP του 2023, στο οποίο εκλέχθηκε ο Οζγκιούρ Οζέλ, ο νέος πρόεδρος του κόμματος – ένας ηγέτης που, από τη σύλληψη του Ιμάμογλου, ακολουθεί μια πολιτική αντιπολίτευσης ασυνήθιστης σκληρότητας για το CHP.
Ωστόσο, ο Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου, ο πρώην πρόεδρος του κόμματος (και πρώην υποψήφιος για την προεδρία, ο οποίος ηττήθηκε από τον Ερντογάν το 2023), έχει αφήσει να εννοηθεί, με πνεύμα εκδίκησης, ότι θα μπορούσε να αναλάβει την ηγεσία του κόμματος εάν το συνέδριο ακυρωθεί. Ισχυρίζεται επίσης ότι πιστεύει ότι η κινητοποίηση που ξεκίνησε στις 19 Μαρτίου ήταν άσκοπη, ότι είναι θέμα μεταξύ του Ιμάμογλου και της δικαιοσύνης. Έτσι, υπάρχει μια σαφής και δημόσια ένταση μεταξύ της ομάδας του Κιλιτσντάρογλου και των ομάδων του Οζέλ και του Ιμάμογλου. Προς το παρόν, η δίκη έχει αναβληθεί μέχρι τον Σεπτέμβριο.
Ποια είναι η κατάσταση του εργατικού κινήματος σήμερα;
Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις του εργατικού κινήματος δεν έπαιξαν ουσιαστικά κανένα ρόλο σε αυτό το κίνημα διαμαρτυρίας. Η εργατική τάξη δεν ταυτίστηκε με το κίνημα. Ένα σημαντικό τμήμα της παραμένει δεκτικό στην προπαγάνδα του Ερντογάν, παρά τη δραματική επιδείνωση της αγοραστικής δύναμης τα τελευταία χρόνια. Και μέχρι στιγμής, έχουν γίνει πολύ λίγες προσπάθειες (ιδιαίτερα από τη ριζοσπαστική, αντικαπιταλιστική, επαναστατική αριστερά) για να κατανοήσουν οι άνθρωποι ότι το δημοκρατικό ζήτημα και το κοινωνικό ζήτημα είναι στενά συνδεδεμένα.
Οι δημοκρατικές προσδοκίες πρέπει να εμπλουτιστούν με ταξικό περιεχόμενο. Το «προλεταριακό σοκ» για το οποίο μιλούσε ο Ερνστ Μπλοχ εξακολουθεί να είναι το κύριο στοιχείο που λείπει από τον αγώνα ενάντια στο καθεστώς. Αυτό είναι το πιο σημαντικό, ιστορικά αποφασιστικό και δύσκολο στρατηγικό καθήκον που αντιμετωπίζει η επαναστατική αριστερά. Πρόκειται για το σπάσιμο του πολιτισμικού-θρησκευτικού χάσματος, η διατήρηση και η εμβάθυνση του οποίου αποτελεί το κύριο όπλο του ΑΚΡ, και την αντικατάστασή του με την ταξική πόλωση.
Αλλά για να επιστρέψουμε στην αδυναμία των συνδικάτων στο κίνημα, υπάρχουν διάφοροι λόγοι για αυτό. Πρώτα απ' όλα, το ποσοστό συνδικαλισμού είναι χαμηλό στην Τουρκία, μόνο περίπου 15%. Και πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι αυτό το ποσοστό περιλαμβάνει μόνο τους «δηλωμένους» εργαζόμενους, όχι όμως και όσους εργάζονται παράνομα. Επομένως, το πραγματικό επίπεδο συνδικαλισμού είναι ακόμη χαμηλότερο.
Επιπλέον, οι μεγαλύτερες συνδικαλιστικές συνομοσπονδίες είναι συντηρητικές και δεξιές εθνικιστικές. Ορισμένες είναι πλήρως υποταγμένες στο AKP. Επομένως, δεν πρέπει να περιμένουμε απεργίες από αυτές, ειδικά στο τρέχον πολιτικό κλίμα. Η DISK και η KESK είναι οι πιο αριστερές συνομοσπονδίες. Αλλά εδώ, όπως και αλλού, οι δεσμοί μεταξύ των συνδικάτων και των μελών τους δεν είναι πάντα πολύ οργανικοί, και υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες ότι οι εργαζόμενοι θα συμμετάσχουν μαζικά σε αυτές τις απεργίες. Ειδικά επειδή αυτό μπορεί να αντιπροσωπεύει σοβαρό κίνδυνο απώλειας της εργασίας, δεδομένου ότι οι νόμοι, και ακόμη και το Σύνταγμα, δεν έχουν πλέον καμία σημασία σε αυτή τη χώρα. Εδώ και αρκετά χρόνια, κάθε απεργία απαγορεύεται («αναβάλλεται») επειδή θα υπονόμευε την εθνική ασφάλεια.
Ωστόσο, τον Ιούνιο του 2025 πραγματοποιήθηκε απεργία 23.000 εργαζομένων στο δημαρχείο της Σμύρνης, με ένα βασικό και πολύ δίκαιο αίτημα: να επιτύχουν αυξήσεις μισθών και ίση αμοιβή με τους συναδέλφους τους που κάνουν την ίδια δουλειά. Η απεργία ηγήθηκε από το συνδικάτο Genel-Iş που συνδέεται με το DISK, οργανώθηκε κυρίως στα δημοτικά διαμερίσματα του CHP και σε στενή συνεργασία με αυτά. Η απεργία διήρκεσε λιγότερο από μια εβδομάδα και οι εργαζόμενοι πέτυχαν σημαντικά κέρδη στο τέλος της [6] . Ωστόσο, η βάση του CHP και η «λευκή» μερίδα της εργατικής τάξης αντέδρασαν πολύ αρνητικά σε αυτή την απεργία: «παίζετε το παιχνίδι του AKP αποδυναμώνοντας τα δημαρχεία μας», «γιατί οι σκουπιδιάρηδες απαιτούν τον ίδιο μισθό με τους γιατρούς;». Αυτή η αντίδραση μας έδειξε για άλλη μια φορά ότι η αλληλεγγύη και η ταξική συνείδηση πρέπει πάντα να ξαναχτίζονται, ακόμη και (και ίσως ειδικά) σε περιόδους κινητοποίησης ενάντια σε ένα δικτατορικό καθεστώς.
Ποια είναι η διάθεση του πληθυσμού σχετικά με τους πολέμους που διεξάγει το Ισραήλ;
Ο αντισιωνισμός είναι, κατά γενική ομολογία, μια θέση που μοιράζεται σχεδόν ομόφωνα ο πληθυσμός. Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένες δυσκολίες στην οικοδόμηση ενός ενωμένου κινήματος υπέρ της Παλαιστίνης και κατά της ισραηλινής επίθεσης εναντίον του Ιράν. Το ισλαμιστικό και εθνικιστικό καθεστώς του Ερντογάν υιοθετεί φυσικά μια αντιισραηλινή στάση και οργανώνει μεγάλες συγκεντρώσεις αλληλεγγύης προς την Παλαιστίνη. Ωστόσο, έχει αποδειχθεί ότι το εμπόριο με το Ισραήλ και οι οικονομικές και στρατιωτικές σχέσεις με το Τελ Αβίβ συνεχίζονται! Πρόσφατα, ο Σελτσούκ Μπαϊρακτάρ, γαμπρός του Ερντογάν και κατασκευαστής των περίφημων τουρκικών drones, ανακοίνωσε τη δημιουργία μιας κοινοπραξίας με την ιταλική εταιρεία Leonardo, η οποία έχει επικριθεί για τις πωλήσεις όπλων στο Ισραήλ και έχει γίνει στόχος διαμαρτυριών σε πολλές πόλεις σε όλο τον κόσμο. Επιπλέον, το ραντάρ Kürecik, που βρίσκεται στη στρατιωτική βάση του ΝΑΤΟ στην επαρχία Μαλάτια, είναι άμεσα ενσωματωμένο στο ισραηλινό αμυντικό δίκτυο. Επομένως, ο αντισιωνισμός του Ερντογάν είναι περισσότερο ρητορική παρά συγκεκριμένα γεγονότα.
Μια άλλη δυσκολία είναι ότι το κουρδικό κίνημα σπάνια κινητοποιείται για το παλαιστινιακό ζήτημα. Οι σχέσεις μεταξύ του κουρδικού κινήματος και της παλαιστινιακής αντίστασης – είτε πρόκειται για τον Οτσαλάν και τον Αραφάτ, το PKK και την PLO, είτε για τη Χαμάς – χαρακτηρίζονται από εντάσεις και διαφωνίες από τη δεκαετία του 1990. Πιο πρόσφατα, ο Τζεμίλ Μπαγίκ, ένας από τους ηγέτες του PKK, είχε επικρίνει τις μεθόδους της Χαμάς κατά τη διάρκεια της επιχείρησης «Al-Aqsa Flood» και είχε δηλώσει ότι οι παλαιστινιακοί και οι εβραίοι λαοί πρέπει να βρουν τρόπους να ζήσουν σε αδελφοσύνη. Αλλά ένας πιο ουσιαστικός λόγος βρίσκεται αναμφίβολα στην υποστήριξη της Ουάσιγκτον και του Τελ Αβίβ προς το YPG (που περιλαμβάνεται στο SDF), [7] το οποίο θεωρείται σύμμαχος στη Συρία. Ο Οτσαλάν είχε επίσης επικρίνει έντονα αυτή την κατάσταση. Κατά τη συνάντησή του με την αντιπροσωπεία του DEM στις 21 Απριλίου 2025, αναφερόμενος στις SDF, δήλωσε ότι «το Ισραήλ έχει σχηματίσει τη δική του Hashd al-Shaabi» (φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές που δραστηριοποιούνται στο Ιράκ).
Μπορεί να υπάρξει μια νέα σύγκλιση μεταξύ του κουρδικού κινήματος και της αντιπολίτευσης, παρά τους ελιγμούς του Ερντογάν;
Πρέπει να θυμόμαστε ότι η σύγκλιση μεταξύ του κουρδικού κινήματος και της κοσμικής αστικής αντιπολίτευσης λειτούργησε ιδιαίτερα καλά για τις εκλογές. Αυτές οι δύο δυνάμεις της αντιπολίτευσης χρειάστηκαν η μία την άλλη για να νικήσουν τις δυνάμεις του καθεστώτος, τόσο σε δημοτικό όσο και σε προεδρικό επίπεδο.
Τελικά, αυτό δεν ήταν αρκετό για να ανατρέψει τον Ερντογάν το 2023. Είναι πολύ δύσκολο να προβλέψουμε ποιες θα είναι οι συσχετισμοί δυνάμεων και οι διαθέσεις καθενός από αυτά τα μέρη μέχρι τις επόμενες εκλογές, που έχουν προγραμματιστεί για το 2028, αλλά που πιθανότατα θα πραγματοποιηθούν νωρίτερα. Θα συνεχιστεί η ειρηνευτική διαδικασία με όλη την αστάθεια και την ατμόσφαιρα πολέμου που επικρατεί στη Μέση Ανατολή; Σε ποια κατάσταση θα βρίσκεται το CHP μετά από αυτή την τεράστια προσπάθεια να ποινικοποιηθεί; Θα είναι ελεύθερος ο Εκρέμ Ιμάμογλου και, πάνω απ' όλα, θα είναι σε θέση να ενώσει την αντιπολίτευση ενάντια στον Ερντογάν;
Πιστεύω όμως ότι το κλειδί είναι η δημιουργία δομών ικανών να εγγυηθούν τη συνέχεια των αγώνων ενάντια στο καθεστώς σε διάφορους τομείς. Είτε πρόκειται για τον αγώνα ενάντια στην εκμετάλλευση των ελαιώνων για εξορυκτικές δραστηριότητες, το γυναικείο κίνημα, την κρίση στέγασης – η οποία έχει εξελιχθεί σε μείζον πρόβλημα –, το κίνημα των ΛΟΑΤΚΙ, είτε για την κινητοποίηση των γονέων ενάντια στην εμπορευματοποίηση και τον ισλαμισμό της εκπαίδευσης, ο θεμελιώδης στόχος της επαναστατικής αριστεράς πρέπει να είναι η δημιουργία δομών, συντονισμών και επιτροπών σε όλους αυτούς τους τομείς, ώστε να είναι προετοιμασμένη για τις επόμενες μαζικές κοινωνικές και/ή δημοκρατικές κινητοποιήσεις και να αποτρέψει την εξάτμιση αυτής της δυναμικής αγώνα μέσα σε λίγες εβδομάδες.
4 Ιουλίου 2025
https://internationalviewpoint.org/spip.php?article9158
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] Το μνημόνιο της 12ης Μαρτίου 1971 σηματοδότησε ένα στρατιωτικό πραξικόπημα «τουρκικού τύπου», στο οποίο ο στρατός, χωρίς να καταλάβει άμεσα την εξουσία, επέβαλε μια αυταρχική κυβέρνηση με το πρόσχημα της αποκατάστασης της τάξης. Αυτή η παρέμβαση είχε ως στόχο να συντρίψει τα αναπτυσσόμενα εργατικά και φοιτητικά κινήματα, εγκαθιδρύοντας μια βίαιη καταστολή εναντίον της επαναστατικής αριστεράς. Ωστόσο, με την άνοδο στην εξουσία του Μπουλέντ Ετζεβίτ το 1973, κηρύχθηκε αμνηστία, επιτρέποντας την αποφυλάκιση πολλών αριστερών ακτιβιστών που είχαν φυλακιστεί μετά το πραξικόπημα.
[2] Το ρεύμα μας θεωρεί « σταδιακή» την ιδέα ότι η επανάσταση στις κυριαρχούμενες ή φεουδαρχικές χώρες πρέπει να επιτευχθεί σε δύο στάδια: πρώτα η εθνική ή αστική επανάσταση, η οποία θα αποτελούσε έναν δημοκρατικό καπιταλισμό ανεξάρτητο από τον ιμπεριαλισμό, και δεύτερον η κοινωνική επανάσταση. Σε αυτή την αντίληψη, αντιτάσσουμε τη θεωρία της διαρκούς επανάστασης, η οποία υποδεικνύει ότι τα δύο στάδια πρέπει να συνδυαστούν για να πετύχουμε.
[3] Στις 12 Σεπτεμβρίου 1980, ο στρατός ανέλαβε την εξουσία, επικαλούμενος συγκρούσεις μεταξύ αριστερών και δεξιών εθνικιστικών πολιτικών ομάδων. Αυτό το πραξικόπημα κατέστρεψε τα κέρδη των εργατικών και λαϊκών αγώνων, εγκαθίδρυσε μια αιματηρή στρατιωτική δικτατορία και έθεσε τα θεμέλια για τον αυταρχικό νεοφιλελευθερισμό στην Τουρκία.
[4] Cumhuriyet Halk Partisi, Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα, ιδρύθηκε το 1923 από τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, μέλος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς και συνδεδεμένο μέλος του Κόμματος των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών.
[5] https://en.wikipedia.org/wiki/Academics_for_Peace
[6] Αναδρομική αύξηση μισθών κατά 30% για το πρώτο εξάμηνο του έτους και αύξηση κατά 19% τον Ιούλιο. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, ο πληθωρισμός στην Τουρκία υπερβαίνει το 35% ετησίως.
[7] Οι Μονάδες Προστασίας του Λαού (στα κουρδικά: Yekîneyên Parastina Gel) αποτελούν τον ένοπλο βραχίονα του Κουρδικού Δημοκρατικού Κόμματος Ένωσης (PYD) στη Συρία. Οι SDF είναι οι Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις, στις οποίες περιλαμβάνεται η YPG.
